Ποιοι είμαστε;

Το 2014, συναντηθήκαμε στο Ποιητικό Εργαστήρι του Ιδρύματος Τάκης Σινόπουλος. Ένα χρόνο μετά, δημιουργήσαμε την ομάδα ποίησης «Σκάσε αηδόνι»[1] από τη βαθιά ανάγκη μας για ελευθερία έκφρασης, καλλιτεχνική ζύμωση και λόγο-παίγνια. Μέσα από ποιητικά παιχνίδια, καταφέρνουμε μια ουσιαστική επικοινωνία υπερβαίνοντας τις διαφορές και τη διαφορετικότητά μας.

[1] στίχος του Ν. Καρούζου


Αντιήρωας | Παγίδα | Καλοκαίρι '16

   



ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Το Ελεύθερο Αυτοδιαχειριζόμενο Θέατρο Εμπρός σε συνεργασία με την ομάδα ποίησης Σκάσε Αηδόνι σας προσκαλεί το Σάββατο 16 Ιουλίου 2016 στις 21:00 ώρα στην ταράτσα του Εμπρός να παρακολουθήσετε και να πάρετε όσοι θέλετε μέρος στην πρώτη βραδιά ποίησης της ομάδας με θέμα «Αντιήρωας|Παγίδα».

Η ποιητική ομάδα Σκάσε Αηδόνι συστάθηκε το καλοκαίρι του 2014 μετά από συνάντηση των μελών της στο Ποιητικό Εργαστήρι του Ιδρύματος Τάκη Σινόπουλου και αποτελείται από:

Άβερμπαχ Φραντζέσκα
Αθανασίου Μαρουσώ
Καπουλέα Κατερίνα
Κρητικοπούλου Σωτηρία
Λαζάρ Ηλέκτρα
Μαργαρώνη Δανάη
Μαρτίνης Χρίστος
Παπαντωνίου Χριστίνα 
-------------------------------------------------------------------------------------------------------

Ποιήματα της ομάδας που ακούστηκαν στην εκδήλωση:
*με τη σειρά που ακούστηκαν

ΠΑΓΙΔΑ - Συλλογικό ποίημα

Άλφα Ήττα Άλφα Ωμέγα
Τώρα
κάτι φωτίζει εκεί πέρα
τα μάτια τυλιγμένα
με ανημπόρια
συνηθισμένα
σε άλλους τρόπους
πολύ το φοβήθηκα
Όμορφη που ήμουνα παλιότερα
με μια λεπίδα τρυπούσα
την επιστροφή μου
ξυπνούσα το πρωί
μάζευα τα παραπονεμένα άστρα
και πάλι απ’ την αρχή
Τώρα
που κάτι φωτίζει εκεί πέρα
το νιώθω σαν χειρότερο

Έρχομαι
με τις απόκοσμες κραυγές
των γλάρων στο σκοτάδι
μέσα σε μία βάρκα χάρτινη
φορώντας
ένα σωσίβιο από κόκκινο γυαλί
μ' ένα διερμηνέα
που μιλά όλες τις γλώσσες του ουρανού
κι έχει ακριβώς ενενήντα εννέα ονόματα
λυτό
έχω στα πόδια μου ένα τυφλό σκυλί
έρχομαι
όπως το τελευταίο όνομα
ύστερα απ'  όλα τα ονόματα του κόσμου

Άχρωμη
έρχομαι
όπως η τελευταία πεταλούδα του Δεκέμβρη
σαν θάνατος από πνιγμό
πλατιά σαν φράχτης
νωχελική
σαν τις ατέλειωτες ουρές του φαγητού
απόλυτη σαν συρματόπλεγμα
κι απάνθρωπη σαν ήλιος

Στέκομαι
κάτω από τον αδίστακτα ανέφελο ουρανό
μες στο λαβύρινθο
απ' τις  πολύχρωμες σκηνές
κάτω από στέρφες ελιές
δίπλα στα ράθυμα σκυλιά
στα παιδικά ποδήλατα
που τρέχουν μόνο με τις ζάντες
δίπλα σ' εκείνον που προσεύχεται
πάνω στο ξεραμένο χώμα
στέκομαι
σαν ανήλικος που γέρασε
σαν γέρος που δεν έχει να σταθεί
σαν μόνη έγκυος που λύγισε
στη κορυφή του λόφου

Έρχομαι
μ’ ακονισμένο ξυράφι
τρυπώ κροτάφους
τη μνήμη χειρουργώ
κι ένα παιδί αγέλαστο
έγκλειστο σε θάλαμο αναμονής

Ξεριζώνω
μ’ αγκάθινο στεφάνι
το στέφω
προτού θύμα
ή ποίημα
το βαφτίσω

Και δε χρειάζομαι κρυψώνα
μένω
διάφανη στα μάτια
σέρνω τη μύτη και τα σωθικά
ξέρω καλά τη δουλειά μου
σε φασκιώνω στα μαλλιά μου
και ζητάω μονάχα
το δικό σου αντίχειρα
να πιπιλίσω
την άκρη των χειλιών της μάνας
που ωραιοποιεί τον θάνατο
και τον βαφτίζει ταξίδι

Βαστάω
το κεφάλι σου ψηλά
να βρεις αυτούς που βολτάρουν στα σύννεφα
και να μου λες
δες τους πώς πέφτουν
δες τους πώς σκάνε στη γη

Είμαι
τραύμα
μπολιασμένο
με αυτά που ποτέ δεν ειπώθηκαν
μα για πάντα
θα ταΐζουν αίμα
Είμαι
αέρας
πηχτό ντίζελ στο στόμα
κίνδυνος δονούμενος ως περίοδος
αστικής τρέλας
σοβάς συνετισμένος
μες στα άπειρα καρφιά του
γριά καμπούρα να ξοδεύομαι στα πόδια σας
να σας νυχτώνομαι αλλάζοντας περούκα
Τι με κοιτάτε κακόμοιροι
με το φτηνό το σουλιμά σας
Για να γραπώσεις θέλει δυο  
το στήσιμο
και το καρτέρι
την τοξικότητα του φόβου
τα αντανακλαστικά
στο κάθε σφύριγμα
της σφαγής 
βενζίνη αμόλυντη
Αυτά μου κληρονόμησαν
κι αυτά σας επεκτείνω
με το ψαλίδισμα μου
να συγχέετε του Νυχτοβάτη το ουρλιαχτό
με το ξεφούσκωμα
μιας μπάλας
να με φτάνετε στο υψηλότερο σημείο μου
μετά βίας να μπορείτε
να ξεχωρίσετε το γυαλί
από το γέλιο
τις γκριμάτσες σας
στην κλασική αταραξία
φάκας γαλαντόμου

Αναρωτιέμαι
ποια ανάσα μου
την πρώτη μου θα ξεχρεώσει
Ποιο είναι
το ολίσθημα της γλώσσας
Αδυνατώ
Αδυνατείς
Αδυνατίζουμε
Ποιο καλό
και ποιο κακό
Δεν το παλεύει
το στομάχι μου το αλκοόλ
μπορώ όμως
να καταβροχθίσω
τεράστιες ποσότητες
σάρκας
αίματος
σπέρματος
να ονειρευτώ
έναν έρωτα που
σπάει κόκκαλα
φτάνει να μη σπάσουν
τα δικά μου
και να μη βλέπω
ζωντανά κόκκαλα
ή νεκρά
Και ω ναι
προτιμώ τα ζωντανά
Προτιμώ
να ελπίζω
πως μια μέρα
αυτά τα κόκκαλα
θα χωθούν
μέσα στα μάγουλα
και θα τα σκίσουν
θα σκίσουν λέω
τις λέξεις τις σκέψεις
και θα βγει
από μέσα
κάτι που δεν έχει όνομα
χρώμα
υφή
τίποτα για να περιγράψω
αλλά θα έχει κάτι από
μουσική
και τα δόντια
θα ξέρουν σε ποιο
ρυθμό θα τρέμουν
κάτι από αποκάλυψη
κάλυψη να μην είναι
κι αυτό μοναχά
φοβάμαι

Φοβάμαι
μήπως πεθάνω στην εισπνοή
και πρέπει να γυρίσω πίσω
ξανά ο ίδιος άνθρωπος να γίνω

Μα δε μπορεί
κάτι αληθινό
θα είναι
Δεν μπορεί
αλήθεια
δεν μπορεί
θάνατος
να μην είναι.

ΕΛΕΝH

ανάθεμα την ώρα σου που γύρισες
φύγε ξανά και μάζεψε ό,τι μπορείς πριν το φευγιό σου
φύγε όπως και πριν από τη θάλασσα
με όλα σου τα κοσμήματα
μ' αυτή τη λύσσα σου για  έρωτα
φύγε
κρύψου πάνω στα θεϊκά πέτρινα τείχη και περίμενε
θα σε ακολουθήσει ο γνώριμος αχός από τα δόρατα
τα χλιμιντρίσματα αθάνατων αλόγων
τα πλοία μας θα βρουν ξανά το δρόμο τους
θα στάξει πάλι το παρθένο αίμα στο χώμα
κι οι άντρες στις σπηλιές τους
θα σαπίζουν σαν φαντάσματα
κρατώντας τις σαΐτες τους στο χέρι
εσύ τίποτε άλλο δε χρειάζεται να κάνεις
κοίτα απ' το μπαλκόνι σου τις νεκρικές πυρές
κι άστες ν' αντιφεγγίζουν μες στα μάτια σου
φύγε ξανά
με εκείνη την οικεία σκληρότητα
με την πολεμική κραυγή του κύκνου
άσε τον πόλεμο ν' ανθίσει με τα γέλια σου
ξύπνα τις μάνες να πενθήσουνε
ματώνοντας τα στήθη
και μην αφήνεις τα παιδιά να κοιμηθούν
απ' τις κλαγγές των όπλων
φύσα
να πάρεις τα κομμένα μας μαλλιά
μέσα απ' τους φρέσκους  λάκκους
και ξαναλύσε τα σκυλιά  να φαγωθούν στην άμμο
μ' ένα χαμόγελο χρυσό
άσε χωριά χωρίς τους άντρες τους
χέρσα χωράφια
λοιμούς με τον λευκό λαιμό σου σκόρπισε
μαύρους λοιμούς
άσε κορίτσια να ντροπιάζονται ξανά
γυμνά
μπροστά σε μια παρτίδα ζάρια
μη με κοιτάζεις έκπληκτη
φύγε σ' εκλιπαρώ
θα 'ρθούμε με κατάρες στο κατόπι σου
ξεσκίζοντας μ' αλαλαγμούς τις εποχές
το χρόνο σφάζοντας να φθάσουμε στη μήτρα σου
για  να σκυλέψουμε  ό,τι έμεινε απ' τα πτώματα
με τη βιασύνη γλάρου
ύστερα
πάρε στις πλατιές φτερούγες σου τον πόνο μας
σκληρή προδότρα όμορφη
στάσου μπροστά
απ' τις φωτιές της πόλης
και με τα άσπρα χέρια σου
δείξε σ' εμάς
τον δρόμο για το μέλλον

ΠΑΡΑΘΥΡΟ

Παλιά το δωμάτιο ήταν  φροντισμένο
σαν ένας γραβατωμένος κύριος
κι οι μέρες όλες
ροζ
με ακριβείς αναλογίες
ζαχαροπλαστικής.
Κι ήταν όμορφη πολύ στ’ αλήθεια.
Τα μαλλιά της στραφτάλιζαν
σαν φρέσκια θάλασσα.
Σήμερα
προβάλλει ιδρωμένη
στο παράθυρο.
Μαλλιά λιπαρά σαν φύκια.
Έφηβη κλαίουσα
που καπνίζει το γκρι του δρόμου.
Κι είναι όλα στριμωγμένα
η μάνα στο κουτί με τα χάπια
ο χρόνος σαν γατί κάτω απ’ αμάξι
κι οι κούκλες στο βρώμικο ράφι.
Σκύβει και ξερνά στον δρόμο
όλο το ροζ
και τις κούκλες
και την μάνα
Ύστερα τεντώνει τον λαιμό
στον ήλιο
σαν παγώνι
και πετά.

ΤΟ ΚΟΡΜΙ

Αράδα αράδα
θα σας πω
την ιστορία του.
Άτριχο
μέχρι τη μασχάλη.
Λευκό
σαν τον χειμώνα
στις ταινίες.
Τα χέρια του
φωτιές.
Δεν του μιλήσαμε.
Κι εκείνο
ήσυχο
ή κάτι άλλο.
Κάτι
που δεν το βρήκα
ακόμη.
Βυθίστηκε
στη θάλασσα
την ώρα
που έσταζε
πορτοκαλί
η σελήνη.
Κι είδανε
τόσο όμορφα
τα μάτια
μέσα της
που δεν μπορούσε
πια
το στόμα
να κρατήσει
έτσι κλειστό.
Αυτή
είναι 
η ιστορία του.
Άλλη
γι’ αυτό
δεν έχω.
Άλλη
εκείνο
δεν θα είχε
να σας πει.


ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

Η μάνα μου μου έδενε τα μάτια
Πλησίαζε το δέρμα μου με ένα παγάκι
Κι έπειτα ρωτούσε
Κάνει κρύο;

Όχι
Ναι
Όχι
 Όχι Όχι
Σιγά μην έκανε
Ιούνης μήνας στην Αθήνα
¨Οταν έσταζε πάνω στον πήχη μου
έλεγα ναι
Τρεις πόντους Τέσσερις Πέντε
Σάμπως έβλεπα
Καπνίζοντας κρατούσε σημείωσεις
τετράδιο κατοστάφυλλο μπλε ΔΙΕΘΝΕΣ
μισό συνταγές
μισό παρατηρήσεις επιστημονικές
Υποκείμενο Εγώ
Υποκείμενο Εγώ
Υποκείμενο Εγώ
Νιώθω
Ακούω
Μυρίζω
Γεύομαι
Δοκίμασε να καταπιείς την ώρα που εκπνέει η μάνα σου καπνό
Να σε μάθω εγώ τι θα πει ετεροπροσωπία
Δίπλα σε ντουλάπια βαμμένα με λαδομπογιά κι ένα άπλυτο τηγάνι
Πιπεριές τηγανητές κοκκινιστές από ώρα στο στομάχι μας
Σήκω
πήγαινε κοιμήσου
Θα ξημερώσει μέλλον σε δέκα χρόνια
θα τα περάσεις κοιμισμένος
Εγώ στο λέω.
Τώρα
που όταν σηκώνομαι τρέχει άμμος
από τα λαγόνια μου.
Σήκω
δεν έγινε
κάτι σημαντικό.

Ο ΔΡΑΚΟΣ

Βαρύς σαν τσεκούρι
τεμαχίζω στα δυο
το φιλήδονο σώμα
αίμα, τρίχες, χώμα
συλλέγω από τα νύχια
σκάβω τη σάρκα
την καίω, την καπνίζω
και ντύνομαι γυναίκα.

Ο ΕΡΓΑΤΗΣ 

Στο πιάτο λιγοστεύει το φαΐ
το ψωμί πετρώνει
στο τραπέζι
ανοιχτοί λογαριασμοί.
Σώθηκαν τα χρόνια πάνω στον σταυρό.
Βουβός, σκυφτός, πάντα στερνός
μαζεύω τη γόπα απ’ το τασάκι.
Τελευταία ρουφηξιά-
πριν σφίξω το ζωνάρι στο λαιμό-
Μιλιά!

ΑΤΙΤΛΟ

Ανοίξτε.
Αφήστε
να συγυρίσει το χειμώνα του.
Δε ξέρει ποιόν να μαχαιρώσει πρώτο.
Τη νύχτα, στο ερημικό του σπίτι,
σκαλίζει σατανάδες.
Και δεν ήταν άσχημος καθόλου.
Πολέμησε.
Είπαν
να πλύνουν τον καημό απ' την ομορφιά του,
να μπαίνει πρώτα απ' τη μια μαύρη τρύπα
και να χώνεται στην άλλη.
Ώρες έπλενε το παράπονο του
δίπλα στο παράθυρο.
Και δεν έβρεξε ποτέ.
Στα ξεχασμένα αναφιλητά
χτυπάνε οι άνθρωποι τις πόρτες.
Στα ποτάμια ρίχναν τα φαντάσματα.
Πονάνε πια τα μεσημέρια.
Μαραμένοι κατέντησαν οι άθλοι της ζωής του,
κι εκείνους τους ξεκουφαίνουν τα πουλιά.
Όλα κάηκαν,
τόσο μονάχη της ξηλώνεται η νύχτα. 

ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΗΤΑΝ ΠΟΙΗΤΗΣ

δες τα κουρέλια του
το σαλιωμένο μαντήλι στην τσέπη
μαλώνει τη νύχτα στα άγνωστα
ζητιανεύει καρότα και παίρνει γογγύλια
κουρνιάζει τους σπόνδυλους σ’ ένα χαντάκι
πρησμένο παπούτσι
καπέλο αδειανό
ζωντανεύει το μπλε
και κρεμιέται στην κλαίουσα

μην ξεχνάς να χορεύεις ξυπόλητος έγραψε
αναπνέει το μυαλό σου καλύτερα έτσι

ΗΡΩΑΣ|ΑΝΤΙΗΡΩΑΣ|ΑΝΤΙ

Πρόσεχε τα άκανθα
δείχνουν την προσωπική γραμμή τους
μικρά και εύθραυστα μέχρι
να τα μπήξεις σε οφθαλμούς κανονικούς
θα γράψω για τον αντιήρωα που έχω στο μυαλό μου
και εκεί
θα πεταχτεί σαν κεραία σε ανάχωμα
ακανθόχοιρος σε σχήμα λέξης
ο αντιήρωας μέσα μου λέγοντας
δεν υπάρχουν αντιήρωες
υπάρχουν μόνο γηραιοί εξαφανισμένοι τριλοβίτες
που κάνουν ανάληψη στις έξι το πρωί
υπάρχουν τα αρθρόποδα που μαγειρεύουν
και δε θα βγάλουν τσιμουδιά για
το ξυλοδαρμένο σπίτι
θα μουρμουρίσει ο αντιήρωας μέσα μου
και συρρικνώνεται ο αντιήρωας
που έχω στο μυαλό μου
νομίζοντας πως ο αντιήρωας
που έχω μέσα μου
θέλει να παίξει με το μυαλό μου
και
να εξαφανίσει τον αντιήρωα
που έχω στο μυαλό μου
για να μη γράψω για τον αντιήρωα
που έχω στο μυαλό μου
Ρίχνει περόνες στο σύρμα
στρογγυλοκάθεται στη μνήμη μου
ο αντιήρωας που έχω μέσα μου
και δεν υπάρχει κανένας από αυτούς
που θες να γράψεις θα
μου πει ο αντιήρωας μέσα μου
και η συστημική τους ταξινόμηση
από μύκητες σε μεγαλοστελέχη
πρωτίστως χαραγμένη στα χρόνια εκείνα
που κόβανε τους ήρωες με προσοχή
και τους κολλάγαν στα σχολεία
κάθε αντιήρωας
να κόβει κι από έναν ήρωα πλαστικό
Νεκταροφάγα στις γωνίες
τι ωραία που ράβουν χάδια
από τις δύο μέχρι τις τρεις το ξημέρωμα
και μαθαίνουν την προπαίδεια
με έναν κόπανο στο χέρι
και
θάβουν τον πρώτο στίχο σε
χώμα ντροπιαστικό
εσύ παιδί μου δεν είσαι για αυτό
μάθε ήρωα μου
σύνθεση
ιδιότητες
μεταβολές
τη διαφορά της ώρας ευρώπη κίνα
ότι ο καλός θεός μας με το γάντζο ξαγρυπνά
θα σκίσει απόψε την κοιλιά
το κάθε μέρα θα είναι ο πιο κοινός του δρόμος
Απόψε
ο αντιήρωας που λέω εγώ
θα κερδίσει μπλε χρώμα ερημικό
και
θα αφήσει το κεντρί του στο
ντουλάπι δίπλα στα ήσυχα τομάρια
τα γάντια
και
τα
ξυριστικά ψυχιατρείου  
και ο αντιήρωας μέσα μου
παίρνει το χέρι μου
και σκίζει τη σελίδα
πάντα αυτούς τους ξαγρυπνά η υπόνοια λεβάντας στο δωμάτιο
θα μου πει
ήσυχοι σα βρέφη
θα κουρνιάσουν με δυο απόψεις πόνου
κάτω από το κρεβάτι
στα σύνθετα μάτια τους χαράζει η προσπάθεια
η φυγή θέλω να πω
κι ο αντιήρωας που έχω στο μυαλό μου
με το λεωφορείο καρφωμένο
στο αριστερό του χέρι
και τη στάση που χάνει για ένα λεπτό
την κορυφή της λείας του στο
πάνω ράφι
όλη του η νύχτα ειπωμένη  
στην κορυφή κάποιου βουνού
και
στο καμένο κάτοπτρο που
αλόγιστα δουλεύει για τη μοναξιά
λέω για τον αντιήρωα
που έχω στο μυαλό μου
και
με τραβά ο αντιήρωας
μέσα μου
να βγάλω το κεφάλι από το δρόμο
και να εισπνεύσω συννεφιά
να δω τη
θλίψη κάτω από την ιδρωμένη μέρα


Το
ζητάνε υπάλληλο με ηγετική παρουσία
στην αγορά
κάθε ασχήμια θα
θεωρηθεί πρόσθετο προσόν
δωδεκάωρη απασχόληση
γνώσεις
πώς να χτυπήσεις εσωτερικά
στον κυνηγότοπο δεν υπάρχει συμπεριφορά
μόνο στάχτη ράμφος φτερά
λέει
ο αντιήρωας μέσα μου
και
ο αντιήρωας που έχω στο μυαλό μου
τρέχει πίσω από σκουπίδια
εξετάζοντας αποτυπώματα δαχτυλικά
μυρίζοντας τις φαγωμένες φλούδες
μη βρέξει στην αυτοσχέδια φωλιά
τα μαύρα τους μάτια
μαλακόστρακα στην άκρη του δρόμου
γυρτά θολωμένα ανθρωπάκια
βαθύβια μελαγχολικά
μερικά είδη κολυμπούν καλά
Και βγάζει ο αντιήρωας
που έχω στο μυαλό μου κρεατομάχαιρο
για να αποδείξει
στον αντιήρωα μέσα μου
ότι ο αντιήρωας στο μυαλό μου
είναι αντιήρωας
είναι αντιήρωας
και το κρατά στο αριστερό του ψέμα
και το κουνά με το γεωργικό του στίγμα και
εξωσκελετό χαρούμενο
και ο αντιήρωας μέσα μου
γελά
στον αντιήρωα που έχω στο μυαλό μου
μπροστά στη φασαρία του
τον τεμαχίζει με ένα μίσχο
ο αντιήρωας μέσα μου
μέσα μου
ο αντιήρωας 
-------------------------------------------------------------------------------------------------------
Φωτογραφίες από την εκδήλωση:

Ταράτσα Θεάτρου Εμπρός















-------------------------------------------------------------------------------------------------------

Ποιήματα που γράφτηκαν από τους συμμετέχοντες στην εκδήλωση παίζοντας με την Παγίδα, τον Αντιήρωα και μια φωτογραφία - Ευχαριστούμε που μας τα εμπιστεύτηκαν:
*η σειρά είναι τυχαία


ΑΤΙΤΛΟ
Η ελευθερία 
κύβος
πάνω από τα σύννεφα.
Ακολούθησέ με
θα πέσουμε μαζί.
Θα πέσουμε.
Αυτή είναι η ομορφιά μας.
Θα πέσουμε.

ΕΝΟΧΕΣ

Ενοχές
Αλήθεια ή ψέμα;
Μία παράνοια γεμάτη από κανόνες.
Τις νιώθω παντού.
Στη σάρκα μου, στο μυαλό, στην καρδιά μου..
Κουράστηκα.
Θα βγάλω όλες αυτές τις βελόνες ξεσκίζοντας τη σάρκα μου.
Δεν θα έχω πια ενοχές.
Είμαι ελεύθερη.

ΑΤΙΤΛΟ
Μισό άσπρο.
Μισό μαύρο.
Ποιο είναι το μέσα;
Ποιο το έξω;
Βλέπεις εσύ;
Πόρτα κλειστή
Αμπαροκλειδωμένη.
Αλυσοδεμένη.
Αδιαπέραστη.
Δεν είναι που δεν μπορώ να ανοίξω.
Είναι που επέλεξα να την κλειδώσω.
Τελικά έμεινα μέσα ή έξω;

Μισός άνθρωπος.
Μισός τέρας.
Ποιο είναι το θύμα;
Ποιος ο θύτης;
Ξέρεις εσύ;
Μνήμη κλειστή.
Αμπαροκλειδωμένη.
Αλυσοδεμένη.
Αδιαπέραστη.
Δεν είναι που δεν μπορώ να σκοτώσω.
Είναι που επέλεξα να σκοτωθώ.
Τελικά έγινα θύμα ή θύτης;

Μισό φίδι.
Μισό μήλο.
Ποιος είναι ο άντρας;
Ποια η γυναίκα;
Νιώθεις εσύ;
Ψυχή κλειστή.
Αμπαροκλειδωμένη.
Αλυσοδεμένη.
Αδιαπέραστη.
Δεν είναι που δεν μπορώ να είμαι.
Είναι που επέλεξα να είμαι.
Τελικά είμαι γυναίκα ή άντρας;

ΑΤΙΤΛΟ
Η καρδιά της μπαλαρίνας είναι αλύγιστη
Όμως αυτή δεν την έδειξε σε καμία παράσταση
Το θέμα είναι πως φωτίζει το φως
Γιατί κάποια όνειρα μένουν σφηνωμένα στη σκιά
Μέχρι να σπάσουν
Ή ν’ αρχίσουν κι αυτά να χορεύουν

ΑΜΟΛΥΝΤΗ ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΑ
Αθώα αναρωτιέται αν την έχεις και εσύ.
Τι απέγινε;
Τι θα απογίνεις;
Γιατί απομακρύνεσαι από αυτήν;

ΟΠΤΑΣΙΑ
Αγκυλωτοί Σταυροί
Ανέστησαν την οπτασία Σου
Ανέσυραν τα στέρνα της αφρώδους ανεμελιάς σου
Με σκούντησες
Σαν τι θα έρθεις
Θα γύρεις
Ανάσανες στου γλάρου την οσμή

ΝΕΚΡΗ ΦΥΣΗ
Θραύσμα κουκλί,
θραύσμα γυαλί,
θραύσμα μπουκάλι.

Ακτινωτός του ποδηλάτου ο τροχός,
θραύσμα κι αυτός,
θραύσμα στο κιάλι.

Φύση νεκρή και αλλοπρόσαλλη,
τσακώνει  στην παγίδα,
του φωτογράφου η μηχανή˙
πλινθοδομή  μα και σκουριά
δίχως ελπίδα.

Κι ένα φανάρι˙
έτσι ξεκρέμαστο
πως μοιάζει να σκανάρει

θραύσματα σκόρπια κάποιας
πρωτινής ζωής,

σάμπως κουφάρι.

ΑΤΙΤΛΟ
Από το έδαφος πηδώ
Και κάνω παύση στη στιγμή
Κάπου ανάμεσα εκεί
Στον κάτω πάνω κόσμο
Τελικά
Ούτε θεός
Μα ούτε κόλαση
Τι κι αν η φωτογραφία είναι μαυρόασπρη
Ο ορίζοντας φαίνεται να είναι γκρίζος

ΑΤΙΤΛΟ
Ο χειμώνας άφησε την ευθεία του γραμμή και ντύθηκε λουλούδια
Βγήκε στο δρόμο στο παράθυρο
Οι χούφτες όλες κλειστές
Με τόση δύναμη που έγιναν τα δάχτυλα μια μάζα
Όχι λουλούδια τον καιρό αυτό
Μονάχα χώμα
Και έκλεισε την καγκελόπορτα
Ο φόβος γελαστός

ΑΤΙΤΛΟ
Κύλησα εκείνο το βράδυ μέσα
σε ένα σκοτάδι ρευστό
στην αρχή και μετά
αδιαπέραστο
όλοι οι δρόμοι με ‘βγάζαν
σε αδιέξοδο
γύρω οι άλλοι με προσπερνούσαν
θολές σκιές
είδα μπροστά μου τον ναό
τα μακρόστενα του παράθυρα
μαύρα μάτια με κοίταξαν
μπήκα σκοντάφτοντας
στο κατώφλι
κοίταξα τον θόλο
ήμουν μέσα σε μήτρα
ένας πόνος δυνατός
δύναμη φυσική, στο μέρος
της κοιλιάς, μετά παντού
μέσα στον πόνο αυτό
με συνάντησα
κανένας χρόνος
σηκώθηκα αργά σαν
τη χειμωνιάτικη μύγα
έκανα δυο βήματα
άναψα ένα κερί για σένα,
εις μνήμην

ΑΠΕΙΛΗ
Με το όπλο στον κρόταφο
Κλήθηκα να αποφασίσω
Αν θα συνεχίσω να ζω
Μου δέσαν τα μάτια
Τα ρούχα μου κουρέλια
Κυλίστηκα στο χώμα
Έπειτα γονάτισα
Σκόνη παντού
Νιώθω την κάννη του όπλου
Στον κρόταφό μου
Ψυχρή σαν φίδι η ζωή
Σέρνεται ανάμεσά μας
Και επιλέγει
Σε ποιον θα λάχει ο κλήρος
Του θανάτου
Δεν θέλω να πεθάνω
Όχι έτσι
Με τα χέρια δεμένα
Σκυφτή
Κοιτώντας τη μάνα γη
Σαν το σκυλί
Και οι εχθροί μου να καγχάζουν

ΑΤΙΤΛΟ
Δεν υπάρχει παρόν.
Δεν υπάρχει χρόνος.
Πάντα τρέχουμε μπροστά πηγαίνοντας προς τα πίσω.
Αγωνία μέσα στο ξέφωτο.
Χωρίς χρόνο
Κάποιος με κυνηγάει.
Τρέχω.
Χωρίς αύριο.
Κάποιος με κυνηγάει.
Πάντα ήμουν εγώ.
Κοιτάζω τα δέντρα σαν ξεραμένα σπίρτα
Μια χαραμάδα σκόνης χρυσής τρυπάει την ημέρα.
Την κόβει στα δύο.
Από εκεί μπορώ να δω.
Ένα παρόν από φώτα από νέον.

ΑΤΙΤΛΟ
Κάποιες φορές δεν υπάρχει τίποτε άλλο
Κάποιες μόνο
Όχι όλες
Όχι πάντα
Όχι για πάντα
Όμορφη πόλη
Και αγαπημένη
Δε θα ξαναπάς ποτέ
Αλλά πάντα θα μπορείς να πας
Με το τραίνο

ΑΤΙΤΛΟ
Πάντα απεχθανόμουν τα καλλιστεία
Και τους διαγωνισμούς ομορφιάς
Και ίσως τους περισσότερους διαγωνισμούς γενικά
Μπορεί και την ίδια την έννοια του διαγωνισμού
Παρ’ όλα αυτά λάτρευα και λατρεύω τις γυναίκες,
Όχι αυτές των καλλιστείων και των διαφημίσεων

ΑΝΑΠΝΟΗ
Δώσε μια αναπνοή και ας έχει δηλητήριο
Δώσε μου μια αναπνοή και ας είναι η τελευταία
Αρκεί να είναι απ’ τα δικά σου χείλη
Και θα φροντίσω να διαρκέσει χίλια χρόνια
Απ’ τα νεανικά σου χέρια θα αναπνεύσω
Και ο χρόνος δε θα παίζει ρόλο
Δώσε μου μια αναπνοή να ξαναπάρω
Το χαμένο μου χρώμα

ΑΤΙΤΛΟ
Αδημονώ την ώρα, γιατί; Για ποιον;
Πίσω μου αναμνήσεις, πολύχρωμες αλλά ασπρόμαυρες και θαμπές.
Φοβάμαι.
Φοβάμαι τη μοναξιά και οι αναμνήσεις θαμπώνουν και χάνονται σαν τον καπνό
Με πνίγει
Αλλά και πάλι είμαι εδώ
Στην απολυτότητα του τίποτα
Αδημονώντας το τίποτα.

ΜΗΤΕΡΑ
Πόνος
Πόνος κατακλύζει το σώμα μου
Ατέλειωτες ώρες
Και άλλες ώρες
Και ο πόνος μεγαλώνει
Τα σωθικά μου κινούνται
Μπερδεύονται
Γίνονται ένα
Το σώμα μου ξεσκίζεται
Αίμα, βλέννα, ιδρώτας, κραυγές
Και η ζωή
Την κρατάω στα χέρια μου
Είναι άραγε η ευτυχία ή ένα δυσβάσταχτο μέλλον;
Είμαι μητέρα ή αντιήρωας;

ΑΤΙΤΛΟ
Η σιωπή της ούρλιαζε εκείνη την ημέρα
Ήταν τόσο εκκωφαντική που κάλυπτε το γοερό κλάμα του μωρού
Που ζητιάνευε λίγη προσοχή
Εκεί στο περιορισμένο χάος του δωματίου ζούσε εκείνη
Ζούσε
Ζούσε ξανά και ξανά τις αναμνήσεις της
Ταριχευμένες μέσα στο μυαλό της
Γι’ αυτή δεν υπήρχε ούτε τώρα, ούτε μετά
Μόνο τότε
Εκείνες οι κλεμμένες στιγμές στοίχειωναν κάθε λεπτό της ύπαρξής της

ΑΤΙΤΛΟ
Η αθωότητα μου βρίσκεται σε ένα σκοινί
Ένα σκοινί που δεν μπορώ να ισορροπήσω
Περιμένουν από εμένα συμβουλές
Που δεν μπορώ να δώσω
Είμαι ένα υποκείμενο

ΑΤΙΤΛΟ
Τα πλακάκια
Στο δωμάτιο αυτό είναι λευκά
Και είναι ζεστό, και είναι ζεστό
Το πώμα της λεκάνης
Το πάτωμα
Στο δωμάτιο αυτό είναι υγρό
Και είναι καυτό, αχ είν’ καυτό
Το κίτρινο τούτο χρώμα
Ποιος το άφησε εδώ;
Σε ποιον το φταίξιμο να ρίξω;
Ο χρόνος ειν’ ένα κουτί
Στα μπούτια μου
Φθαρμένα παντελόνια
Σφίγγω τα δόντια, μα
Δεν μπορώ, ωχ δεν μπορώ
Να σε ξαναγεννήσω
 Μα ποιος το άφησε εδώ;
Σε ποιον το φταίξιμο να ρίξω;
Ένα δωράκι, στο δίπλα δώμα
Τώρα που βρήκα, θα σου σφυρίξω!

ΑΤΙΤΛΟ
Προσπάθησε να τρέξεις, θα τρέξουν πίσω σου
Προσπάθησε να κρυφτείς, θα σε βρουν
Νομίζεις πως τις ξέρεις, αλλά σε ξέρουν καλύτερα
Είναι κομμάτι σου
Είναι εσύ
Οι καταστάσεις της ζωής σου τις δημιούργησαν
Μην κάνεις πως δεν γνωρίζεις
Προσπαθείς να τις ξεχάσεις, να τις καταπνίξεις
Όμως αυτές είναι ακόμη εκεί, κρυμμένες
Να σου θυμίζουν ποιος είσαι και τι έκανες
Τι είσαι και ποιους έβλαψες
Θα έρθουν από κει που δεν το περιμένεις
Θα ξυπνήσουν αναμνήσεις που δεν θέλεις να έχεις
Αλλά τις έχεις
Είναι εκεί και θα παραμείνουν
Εσύ κολλημένος στον τοίχο κι αυτές μπροστά σου
Περιμένουν
Αδιέξοδο
Και από πάνω σου υπάρχει ένα φως
Άσπρο και σκληρό
Και γύρω γύρω σκοτάδι
Κοιτάς το φως, αλλά δεν είναι σωτηρία

ΑΤΙΤΛΟ
Κάποτε είμασταν όλοι ήρωες
Πριν γίνει η πτώση, η πτώση
Μας έριξε, μας έριξε και μας
Τσάκισε
Πέφτοντας από ψηλά σκέφτομαι,
Σκέφτομαι γιατί, γιατί το έκανα
Ξυπνώντας μετά από μία
Άυπνη νύχτα ανήμπορος να
Σηκωθώ από τη λήθη μου
Και το σαράκι που μου
Τρώει τα σωθικά και μου
Καίει το είναι το πριν
Και το αύριο
Ξυπνώ και ξαφνικά νιώθω
Δεν είμαι ποιητής μονάχα
Αφηγητής μιας ζωής γεμάτης
Και μοναχικής
Νιώθεις σαν γέρος, τιποτένιο
Πράγμα με κουρελιασμένα
Ρούχα επάνω σε μπαστούνι
Κολυμπώντας σε μια άβυσσο
Από ψέμα, δάκρυ και λάθη,
Λάθη με πλάθουν και με
Κάνουν ήρωα ή αντιήρωα

Υ.Γ. ΦΙΛΟΖΩΗ
Μπρος στον αδέσποτο
Ραγισμένο καθρέφτη,
Μάτωσε την ουρά
Του ο φίλος του σκύλου
Στο προθάλαμο του
Κτηνιάτρου
Φιμωμένα τα όνειρα,
Ανασο-γαβγίζουν.

ΑΤΙΤΛΟ
Αιώνια αναμονή αλλά για ποιο πράγμα
Έτοιμοι να πεθάνουμε, για πατρίδα, θεό, αυτοκράτωρ;
Αλλά αλήθεια για ποιο πράγμα περιμένουμε;
Αιώνια αναμονή αλλά αλήθεια γιατί;

ΑΤΙΤΛΟ
Γράφουν τα μάτια
Στο σκοτάδι
Στη χώρα των τυφλών
Βγάζουν στο σφυρί
Τον έρωτα αδίστακτοι
Δολοφόνοι ονείρων
Παίζουν τις ψυχές
Στα δάχτυλα
Απατημένοι ανέραστοι
Βασανιστές
Αυτοί που αγαπούν
Δεν περιμένουν
Δεν κουράζονται
Δεν περιμένουν
Δεν ελπίζουν
Οι χίμαιρες είναι απενεργοποιημένες
Αγκαλιάζουν το μέλλον τώρα

ΑΤΙΤΛΟ
Εκ διαμέτρου αντίθετες έννοιες
Θρανίο
Καθίζηση αλλά και εγρήγορση
Ζωή
Εφηβεία
Καναπές
Αδράνεια
Τάφος
Ανάσταση
Νέο ξεκίνημα

ΑΤΙΤΛΟ
Μόνο η σκιά σας
Μόνο εκείνο το χαμόγελο
Το τώρα με πονάει
Με τρομάζει

Αργος ψυχών σε ένα φάκελο μέσα
χαμένος στον χρόνο
Σαν να το ήθελε
Το ήθελε φοβόταν
Κάπως εκεί αλλά τότε
όλοι μαζί
Πονάει και θέλω
Πονάει και σε βλέπω
Στα κομμάτια

Στην πυρά  

ΑΝΤΙΗΡΩΙΚΟΙ ΣΥΛΛΟΓΙΣΜΟΙ
Τα χρόνια της οργής κρυβόμουν σε πάνες/όσο μεγάλωνα και ξέμενα από παιάνες/μ’ έπιανε μια πεθυμιά να δω φώκιες στην Αμοργό/δελφίνια στα ανοιχτά της Θήρας/όταν άρχισα να τρώω μαλλί της γριάς και να καταλαβαίνω πόσο διάφανοι είμαστε/άφησα τα ζώα στην ησυχία τους.
Τι μας ενδιαφέρει, ω ποιητή, αν σε κατακλύζει πνοή ερωτική; Αν μελετάς με τρόπο μαθηματικό το χάος ή έστω αν έχεις κύμβαλο τη σιωπή; Προσθέτεις ή αφαιρείς συντελεστές γιατί χρειάζεται κάποια αισθητική μαθαίνει το αίμα:
Το ποίημα σε καταπίνει.
Η ωχρότητα ήταν ένα χαρακτηριστικό των ονείρων του/το μήλο του Αδάμ ξεπρόβαλε σαν φαρδύς δρόμος και του φώτιζε τη νύχτα. Στις πλάτες του κάθονταν πελαργοί έφερναν τον θάνατο στα κρυφά/από πίσω/μέχρι που εμφανίστηκαν οι καθρέφτες κι ο θάνατος κυμάτισε μπροστά σημαιοφόρος.

Η γραμματική μέσα μου νηστεύει/ το συντακτικό στενάζει/ η μνήμη μοιάζει μάλλον χριστουγεννιάτικο φωτάκι/ η γραμματοσειρά της ιστορίας πνίγεται σε ηριδανούς/ ως λογικό αποτέλεσμα/ αδυνατώ να μάθω απ’ έξω τη νέα τραγωδία/ ως και οι όρνιθες πήγαν εκστρατεία/ λείπουν κι οι σφήκες να γλείψουν το γλυκά διαμελισμένο σώμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου